ῥώμη


ῥώμη
ἡ ῥώμη сила, мощь

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ῥώμη" в других словарях:

  • Ρώμη — η Рим; ΦΡ. Νέα Ρώμη η Новый Рим – Константинополь как столица Восточно римской империи Πρεσβυτέρα Ρώμη Рим (Старый) – столица Римской империи …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ῥώμη — bodily strength fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥώμῃ — ῥώμη bodily strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • ρώμη — η σωματική δύναμη, ευρωστία, και σε επέκταση ψυχική δύναμη, θάρρος: Στην περίσταση εκείνη έδειξε σημαντική ψυχική ρώμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ῥώμηι — ῥώμῃ , ῥώμη bodily strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μπρουμίδης, Κωνσταντίνος — (Ρώμη 1806 – Ουάσινγκτον 1880). Έλληνας ζωγράφος από Ιταλίδα μητέρα. Ο πατέρας του έφυγε από τα Φιλιατρά και πήγε στην Ιταλία για να αποφύγει τους διωγμούς των Τούρκων. Ο Μ. σπούδαζε ζωγραφική στην Ιταλία αλλά ταυτόχρονα πήρε μέρος στις εκεί… …   Dictionary of Greek

  • ῥώμαις — ῥώμη bodily strength fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥώμην — ῥώμη bodily strength fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥώμης — ῥώμη bodily strength fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)